news | 18 February 2026 | George Z. Georgiou & Associates LLC

Landmark Judgment on Judicial Appointments

In a landmark judgment dated 6th February 2026, the Supreme Constitutional Judicial Council (SCJC) dismissed Opposition No. 2/2025 filed by the Objecting District Judge, which challenged the decision of the Supreme Judicial Council dated 27/06/2025, not to make the appointment of the District Judge permanent, as it was considered that she was "not suitable for appointment to the permanent position of District Court Judge."

With its judgment, the SCJC addressed novel issues concerning, inter alia, the probationary appointment of District Court Judges in Cyprus, the legality of composition of the deciding body, and whether a preliminary reference to the Court of Justice of the European Union (CJEU) was necessary.

Analysis by Phoebe Papageorgi in Greek.

Ένσταση Αρ. 2/2025

Στις 06 Φεβρουαρίου 2026 το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο («ΑΣΔΣ») με απόφαση πλειοψηφίας (5-3), στην Ένσταση Αρ. 2/2025, αποφάσισε την απόρριψη της Ένστασης της Ενιστάμενης, με την οποία η ίδια ζητούσε την ακύρωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου («ΑΔΣ») ημερ. 27/06/2025 με την οποία κρίθηκε ότι «δεν είναι κατάλληλη ώστε να επικυρωθεί ο διορισμός της στη μόνιμη θέση του Επαρχιακού Δικαστή» («προσβαλλόμενη απόφαση»).

Με την απόφασή του το ΑΣΔΣ αποφάσισε καινοφανή ζητήματα, τα οποία πραγματεύονται, μεταξύ άλλων, τον υπό δοκιμασία διορισμό Επαρχιακών Δικαστών, τη σύνθεση του αποφασίζοντος οργάνου και την ανάγκη ή όχι για παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Νομική ανάλυση των πιο σημαντικών ζητημάτων τα οποία αποφασίστηκαν από το ΑΣΔΣ παρατίθεται πιο κάτω.

Διορισμός επί δοκιμασία – Δόγμα Επιδοκιμασίας και Αποδοκιμασίας

Το ΑΣΔΣ εξέτασε πρωτίστως το ζήτημα του διορισμού υπό δοκιμασία, με την πλειοψηφία να καθιστά σαφές ότι ο διορισμός υπό δοκιμασία αφενός, και η τελική κρίση επί της καταλληλότητας ή μη ενός δικαστή αφετέρου, συντελούνται σε δύο διαφορετικά στάδια, με τον δικαστικό όρκο από τον Επαρχιακό Δικαστή να αποτελεί το τελικό στάδιο της διαδικασίας διορισμού.

Η πλειοψηφία του ΑΣΔΣ τόνισε ότι η έννοια του διορισμού, ως καθορίζεται στο Α. 157.2 του Συντάγματος και στο Α. 10(5) του Νόμου 33/64, δεν απαγορεύει τον διορισμό δικαστή υπό δοκιμασία, με τη νομική του θεμελίωση να συναντάται σε μια δικαστική πρακτική ισόχρονη με την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η πολύχρονη πρακτική διορισμού υπό δοκιμασία, αναγνωρίσθηκε και μετουσιώθηκε σε νομολογιακή αυθεντία ύψιστης ιεράρχησης στην απόφαση της πλήρους Ολομέλειας Καρατσής ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2001) 3 Α.Α.Δ.220, 224. Η πλειοψηφία του ΑΣΔΣ τόνισε ότι ο διορισμός υπό δοκιμασία θεωρείται αναγκαίο μέσο ελέγχου και αποκλεισμού ακατάλληλων για το δικαστικό λειτούργημα προσώπων, και όχι ως απειλή για τη δικαστική ανεξαρτησία. Τονίστηκε συγχρόνως ο ιδιαίτερα σημαντικός ρόλος που οι δικαστές, όντας λειτουργοί της δικαιοσύνης, ασκούν με εντιμότητα, επάρκεια και ανεξαρτησία στο όλο κοινωνικό γίγνεσθαι. Ρόλος που, ως σημειώθηκε, καθίσταται ολοένα και πιο δύσκολος και με αναβαθμισμένη πλέον «την ισχύ των πολλαπλών πόλων αμφισβήτησης και με έντονη την προσπάθεια χειραγώγησης της γνώμης των πολλών, μέσω της τεχνολογίας και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης». Περαιτέρω, ορθή, σύμφωνα με την πλειοψηφία του ΑΣΔΣ κρίθηκε η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του ΑΔΣ ότι αυτό «…είναι επιφορτισμένο με τον διορισμό ικανών και κατάλληλων Δικαστών. Ο Δικαστής, κατά την περίοδο των δύο ετών, δοκιμάζεται γιανα αξιολογηθούν οι ικανότητες και η εν γένει συμπεριφορά του», και ότι «…ο διορισμός υπό δοκιμασία Δικαστή επικυρώνεται μόνο εάν αυτός κριθεί κατάλληλος». Στο πλαίσιο αυτό η πλειοψηφία αναφέρθηκε στο αδιαμφισβήτητο γεγονός πως με τον διορισμό τους, οι υπό δοκιμασία Επαρχιακοί Δικαστές, τυγχάνουν αξιολόγησης/αναφοράς του έργου και συμπεριφοράς τους από τους Διοικητικούς Προέδρους κάθε εξάμηνο, κατά τα δύο έτη της δοκιμαστικής περιόδου. Ο δε αρμόδιος Πρόεδρος, αποστέλλει εξαμηνιαίες εκθέσεις αξιολόγησης στο ΑΔΣ. Αυτό έγινε και στην περίπτωση της Ενιστάμενης από τον Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η πλειοψηφία του ΑΣΔΣ επεσήμανε ότι η αξιολόγηση του υπό δοκιμασία Δικαστή πράξη του ΑΔΣ θα μπορούσε – χωρίς καμία υποψία πειθαρχικά μεμπτής συμπεριφοράς – να οδηγούσε σε μη μονιμοποίηση. Και τούτο γιατί η αξιολόγηση ενός υπό δοκιμασία δικαστή είναι άρρηκτη πράξη του διαρκούς καθήκοντος του ΑΔΣ να κρίνει την καταλληλότητα του υπό δοκιμασία δικαστή.

Σε κάθε περίπτωση, η πλειοψηφία του ΑΣΔΣ τόνισε ότι η Ενιστάμενη γνώριζε ότι ο διορισμός της θα ήταν υπό δοκιμασία, αφού όχι μόνο αποδέχθηκε τον διορισμό της επί δοκιμασία για περίοδο 2 ετών, αλλά έδωσε και τον προβλεπόμενο δικαστικό όρκο ότι θα υπηρετεί «...καλώς και πιστώς την Δημοκρατία της Κύπρου εις το αξίωμα της επί δοκιμασία δικαστή…». Συνεπώς, κατ’ επίκληση του δόγματος της απαγόρευσης της ταυτόχρονης επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας, κρίθηκε ότι δεν δύναται η Ενιστάμενη να ισχυρίζεται ότι ο διορισμός της ήταν εξαρχής μόνιμος, αφού ουδέποτε αμφισβήτησε τον εν λόγω διορισμό με οποιοδήποτε τρόπο.

Ζήτημα κακής σύνθεσης λόγω μη συμμετοχής του Γενικού Εισαγγελέα κατά την επίδικη συνεδρία

Πολύ σημαντικά είναι τα όσα λέχθηκαν από την πλειοψηφία του ΑΣΔΣ αναφορικά με τον ισχυρισμό περί κακής σύνθεσης του ΑΔΣ λόγω μη συμμετοχής του Γενικού Εισαγγελέα και Νομικών (δέστε άρθρο 10(5) του Νόμου 33/64) κατά την επίδικη συνεδρία. Η πλειοψηφία του ΑΣΔΣ, η οποία με βρίσκει σύμφωνη, έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση η συνεδρίαση του ΑΔΣ δεν αφορούσε διορισμό αλλά συνεδρίαση και απόφαση που αφορούσε την κρίση επί της καταλληλότητας της Ενιστάμενης να καταστεί μόνιμο μέλος της Δικαστικής Υπηρεσίας. Τέτοια απόφαση μπορεί να παρθεί μόνο μετά τον έλεγχο και την εποπτεία που λαμβάνει χώρα κατά τη διετή δοκιμαστική περίοδο, έλεγχος και εποπτεία που γίνονται είτε μέσω των Προέδρων των Επαρχιακών Δικαστηρίων, ή μέσω άμεσης εποπτείας από μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς βεβαίως τη συνδρομή των «συμμετεχόντων» Γενικού Εισαγγελέα ή Νομικών, αφού κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται, ούτε και θα ήταν εφικτό.

Συνεπώς η πλειοψηφία του ΑΣΔΣ έκρινε ότι δεν υπήρχε ζήτημα κακής σύνθεσης λόγω μη συμμετοχής των προαναφερόμενων προσώπων, που δεν ήταν μέλη του ΑΔΣ και δεν είχαν, ούτε εκ του Συντάγματος, ούτε εκ του Νόμου καθήκον εποπτείας, ώστε να κριθεί εάν επιτυχώς ή όχι πληρείτο ο όρος της δοκιμασίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με την πλειοψηφία του ΑΣΔΣ, ο όρος «δύναται» στο Α. 10(5) του Νόμου 33/64, δίδει μια δυνητική διάσταση στο θέμα συμμετοχής των προαναφερθέντων προσώπων, κάτι το οποίο δεν δημιουργεί ακυρότητα στη διαδικασία αφού τα εν λόγω πρόσωπα δεν είναι μέλη και δεν έχουν δικαίωμα ψήφου. Αυτή η κατάληξη εξάλλου φαίνεται να εναρμονίζεται πλήρως με το Α. 157(2) του Συντάγματος το οποίο αναφέρει τα εξής: «Eις την αποκλειστικήν αρμοδιότητα του Aνωτάτου Δικαστικού Συμβουλίουυπάγονται ο διορισμός, η προαγωγή, η μετάθεσις, ο τερματισμός της υπηρεσίας και η απόλυσις των δικαστών, ως και η πειθαρχική εξουσία επί τούτων.

Αντίθετη θέση εξέφρασε η μειοψηφία του ΑΣΔΣ επί του ζητήματος, η οποία έκρινε ότι σύμφωνα με το άρθρο 10(5) του Νόμου 33/64 το ΑΔΣ όφειλε να καλέσει το Γενικό Εισαγγελέα και τους Νομικούς στην επίδικη συνεδρία η οποία οδήγησε στην προσβαλλόμενη απόφαση, με το σκεπτικό ότι η διαδικασία διορισμού Δικαστή - σε αντίθεση με τη θέση της πλειοψηφίας ότι η διαδικασία διορισμού ολοκληρώνεται με το δικαστικό όρκο - δεν περιορίζεται στο στάδιο των συνεντεύξεων των υποψηφίων αλλά επεκτείνεται μέχρι την ολοκλήρωση της δοκιμαστικής περιόδου. Το σκεπτικό φαίνεται να προσδίδει πρωτοφανές εύρος στην ερμηνεία του όρου «διορισμός», επεκτείνοντάς τον μέχρι και το τέλος της δοκιμαστικής περιόδου.

Περαιτέρω, με το σκεπτικό αυτό δημιουργούνται ερωτήματα ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε ο Γενικός Εισαγγελέας και οι Νομικοί να εκφέρουν άποψη αναφορικά με την επικύρωση ή όχι του διορισμού ενός υπό δοκιμασία δικαστή, δεδομένου ότι οι διορισθέντες δικαστές τυγχάνουν αξιολόγησης κατά τα δύο έτη της δοκιμαστικής περιόδου από τους Διοικητικούς Προέδρους κάθε εξάμηνο, μέσω των εκθέσεων που αποστέλλονται από τους αρμόδιους Προέδρους του Επαρχιακού Δικαστηρίου αλλά και μέσω της εποπτείας που γίνεται από μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συνεπώς χωρίς την γνώση αυτών των δεδομένων, τα οποία, σε κάθε περίπτωση, αποτελούν μέρος του προσωπικού φάκελου ενός δικαστή, καθίσταται σαφές ότι ο Γενικός Εισαγγελέας και οι Νομικοί δεν είναι σε θέση και ούτε μπορούν να εκφέρουν άποψη αναφορικά με την επικύρωση του διορισμού ενός υπό δοκιμασία δικαστή.

Πέραν του ζητήματος αυτού, αξίζει να σημειωθεί ότι εγείρονται και αμφιβολίες αναφορικά με τη συμβατότητα του άρθρου 10(5) του Νόμου 33/64, με τις πρόνοιες του το Α. 157 του Συντάγματος και ειδικότερα του Α. 157(2) το οποίο προνοεί ρητά ότι ο διορισμός, προαγωγή, μετάθεση, τερματισμός και απόλυση δικαστών βρίσκεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του ΑΔΣ.

Μη παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ

Όσον αφορά την απόφαση του ΑΣΔΣ να μην παραπέμψει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, η πλειοψηφία του ΑΣΔΣ, με αναφορά στους λόγους που δικαιολογούν προδικαστική παραπομπή (CypraLimited ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ.305 καιΠερικλέους ν. EllinasFinanceLtd κ.ά. (2015) 1 Α.Α.Δ.513), τόνισε ότι σύμφωνα με τη νομολογία δεν παραπέμπονται στο ΔΕΕ γενικά ερωτήματα χωρίς να καθορίζεται επακριβώς ο λόγος για τον οποίο επιδιώκεται η συνδρομή του, με μεμονωμένα περιστατικά διαμορφούμενα σε ερωτήματα νομικής φύσης που έχουν σκοπό να εκμαιεύσουν από το ΔΕΕ μια γενική κρίση επί διαδικασίας διορισμού σε ένα κράτος μέλος. Τα ερωτήματα που τέθηκαν από την Ενιστάμενη, σύμφωνα με την πλειοψηφία, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για προδικαστική παραπομπή, αφού απομονώνουν κάποια από τα περιστατικά της υπόθεσης και διατυπώνουν με γενικό τρόπο ερωτήσεις που σκοπό έχουν να εκμαιεύσουν από το ΔΕΕ μία γενική κρίση επί του θέματος, χωρίς να επιλύουν το ζήτημα, και χωρίς να τίθεται το εύρος όλων των γεγονότων.

Αντίθετη άποψη είχε και εδώ η μειοψηφία του ΑΣΔΣ, κρίνοντας ότι η υπόθεση δικαιολογούσε την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος αναφορικά με τη δοκιμαστική περίοδο στο ΔΕΕ, για σκοπούς κατάληξης στην Ένσταση της Ενιστάμενης, διαφοροποιώντας τη στάση της ως προς την απόφαση Καρατσής (ανωτ.) και τη δεσμευτικότητα της ως νομολογιακή αυθεντία.

Περαιτέρω, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ενώ η μειοψηφία αποφάσισε ότι η σύνθεση του ΑΔΣ έπασχε λόγω μη συμμετοχής του Γενικού Εισαγγελέα και των Νομικών στην επίδικη συνεδρία, την οποία έκρινε «αντικανονική, μη νομότυπη και, αναπόδραστα, άκυρη», προχώρησε, κατά παρέκκλιση της σχετικής νομολογίας να εξετάσει και άλλα ζητήματα (δέστε Απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην ΛΟΥΚΑΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ v. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΝΑΔΑΣΜΟΥ κ.α., Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 51/2021, 5/11/2025).

Κατάληξη

Η απόφαση του ΑΣΔΣ επιβεβαιώνει ότι η δοκιμαστική περίοδος αποτελεί ουσιώδες και αυτοτελές στάδιο της διαδικασίας ένταξης στη Δικαστική Υπηρεσία, κατά το οποίο το ΑΔΣ διατηρεί την αποκλειστική αρμοδιότητα, ως αυτή πηγάζει εκ του Α. 157(2) του Συντάγματος, να κρίνει την καταλληλότητα για επικύρωση διορισμού υπό δοκιμασία δικαστή. Όπως πολύ εύστοχα τονίστηκε από την πλειοψηφία του ΑΣΔΣ, «η υψηλή αίσθηση καθήκοντος αλλά και οι ευρείες εξουσίες που περιβάλλουν την θέση Δικαστού στο νομικό στερέωμα της Κύπρου, επιβάλλει αυτή τη συνεχή κρίση, για ικανό χρονικό διάστημα».

Cooperation Partners
  • Logo for Invest Cyprus
  • Logo for Cyprus Shipping Chamber
  • Logo for Love Cyprus Deputy Ministry of Tourism
  • Logo for Ministry of Energy, Commerce, Industry and Tourism
  • Logo for CYFA Cyprus
  • Logo for Cyprus International Businesses Association
  • Logo for Cyprus Investment Funds Association
  • Logo for Association of Cyprus Banks
  • Logo for Cyprus Chamber of Commerce and Industry